top of page
Search

Το δικαίωμα του δανειολήπτη να καταγγείλει Servicer στην Τράπεζα της Ελλάδος

  • Writer: Socrates Vrysopoulos
    Socrates Vrysopoulos
  • 11 hours ago
  • 5 min read

 

 Ένα ισχυρό αλλά συχνά άγνωστο δικαίωμα

Τα τελευταία χρόνια χιλιάδες δανειολήπτες βρίσκονται αντιμέτωποι με εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (servicers), οι οποίες έχουν αναλάβει τη διαχείριση τραπεζικών απαιτήσεων που έχουν μεταβιβαστεί σε επενδυτικά κεφάλαια (funds) ή παραμένουν στην κυριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων.

Παρά τη διαδεδομένη αντίληψη ότι οι δανειολήπτες διαθέτουν μόνο δικαστικά μέσα προστασίας, η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει και ένα ιδιαίτερα σημαντικό εποπτικό δικαίωμα: τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας ενώπιον της Τράπεζας της Ελλάδος κατά εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων για παραβάσεις της νομοθεσίας, του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών και των κανόνων προστασίας του καταναλωτή.

Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ο servicer προβαίνει σε αδιαφανείς πρακτικές, παραπλανητική ενημέρωση του οφειλέτη ή παραβίαση δικαστικών αποφάσεων.

Το κανονιστικό πλαίσιο του Ν. 4354/2015

Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις λειτουργούν βάσει του Ν. 4354/2015 και τελούν υπό την άμεση εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο νόμος προβλέπει ότι οι εταιρείες αυτές αναλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη διαπραγμάτευση με τους οφειλέτες, τη σύναψη ρυθμίσεων και τη διαχείριση των απαιτήσεων σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παράγραφος 22 του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης θεωρούνται «προμηθευτές» κατά την έννοια της νομοθεσίας περί προστασίας καταναλωτή και υποχρεούνται να συμμορφώνονται:
• με τον Ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών,
• με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών,
• με τις αποφάσεις και πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος,
• με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση και διαχείριση πιστώσεων.

Η διάταξη αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική διότι καταρρίπτει τον ισχυρισμό που συχνά προβάλλεται ότι οι servicers δεν δεσμεύονται από τις ίδιες υποχρεώσεις που βαρύνουν τις τράπεζες.

Πότε μπορεί να υποβληθεί καταγγελία
Η καταγγελία προς την Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αφορά κάθε συμπεριφορά που αντίκειται στις υποχρεώσεις διαφάνειας, καλής πίστης και χρηστής διαχείρισης.

Ενδεικτικά:
• αποστολή βεβαιώσεων οφειλής με ανεξήγητες ή αδικαιολόγητες αποκλίσεις,
• άρνηση χορήγησης αναλυτικής καρτέλας δανείου,
• μη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων του Κώδικα Δεοντολογίας,
• αυθαίρετο χαρακτηρισμό δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου,
• παράλειψη απάντησης σε αιτήματα ή ενστάσεις του οφειλέτη,
• παραπλανητική πληροφόρηση για το ύψος της οφειλής,
• επιθετικές ή καταχρηστικές πρακτικές είσπραξης,
• ενέργειες που παραβιάζουν ισχύουσες δικαστικές αποφάσεις ή διαταγές αναστολής.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών ως εργαλείο προστασίας
Ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος δεν αποτελεί απλή κατευθυντήρια οδηγία. Πρόκειται για δεσμευτικό κανονιστικό πλαίσιο που υποχρεώνει τις τράπεζες και τους servicers να λειτουργούν με διαφάνεια, ειλικρίνεια και επαρκή ενημέρωση του δανειολήπτη.
Βασική αρχή του Κώδικα είναι ότι ο οφειλέτης πρέπει να λαμβάνει σαφή εικόνα της οικονομικής του κατάστασης και πραγματική δυνατότητα αξιολόγησης των προτάσεων ρύθμισης που του υποβάλλονται.

Η αδυναμία του δανειολήπτη να ελέγξει τον τρόπο υπολογισμού της οφειλής ή να κατανοήσει τη διαμόρφωση των απαιτήσεων είναι αντίθετη προς τον σκοπό του Κώδικα και δύναται να θεμελιώσει εποπτική παρέμβαση.

Η διαδικασία υποβολής καταγγελίας
Η καταγγελία υποβάλλεται εγγράφως προς την Τράπεζα της Ελλάδος και θα πρέπει να συνοδεύεται από κάθε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.

Ενδεικτικά:
• βεβαιώσεις οφειλής,
• επιστολές και ηλεκτρονική αλληλογραφία,
• εξώδικες δηλώσεις,
• προτάσεις ρύθμισης,
• εκθέσεις επίδοσης,
• δικαστικές αποφάσεις,
• έγγραφα που αποδεικνύουν τις καταγγελλόμενες παραβάσεις.

Η καταγγελία πρέπει να είναι συγκεκριμένη, να αναφέρει χρονολογίες, έγγραφα και πραγματικά περιστατικά και να αποφεύγει γενικές ή αόριστες αιτιάσεις.

Μπορεί η Τράπεζα της Ελλάδος να επιβάλει κυρώσεις;
Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιλύει ιδιωτικές διαφορές ούτε υποκαθιστά τα δικαστήρια.
Ωστόσο, στο πλαίσιο της εποπτικής της αρμοδιότητας μπορεί να διερευνήσει παραβάσεις του κανονιστικού πλαισίου, να ζητήσει εξηγήσεις από την εταιρεία διαχείρισης και να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις ή άλλα εποπτικά μέτρα όπου διαπιστώνονται παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Ν. 4354/2015 και τις σχετικές πράξεις της.

Η καταγγελία δεν αποκλείει τη δικαστική προστασία
Η προσφυγή στην Τράπεζα της Ελλάδος δεν στερεί από τον δανειολήπτη το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, αγωγή, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή οποιοδήποτε άλλο ένδικο βοήθημα.
Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις η προηγούμενη υποβολή καταγγελίας ενισχύει τη δικονομική θέση του δανειολήπτη, καθώς δημιουργεί επίσημο αποδεικτικό ίχνος των παραβάσεων που καταγγέλλονται.

Πρόσφατη Νομολογία και Πρακτική Αξία της Καταγγελίας στην Τράπεζα της Ελλάδος

Η θέση της νομολογίας για τους servicers

Κατά τα τελευταία έτη, το ζήτημα της δράσης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων απασχόλησε έντονα τα ελληνικά δικαστήρια. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η νομολογία που αναπτύχθηκε σχετικά με τη νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης να επισπεύδουν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης για λογαριασμό των funds που έχουν αποκτήσει τις απαιτήσεις.
Η νομολογιακή αμφισβήτηση που είχε αναπτυχθεί επιλύθηκε με την υπ’ αριθ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων που λειτουργούν στο πλαίσιο του Ν. 4354/2015 διαθέτουν κατ’ αρχήν νομιμοποίηση να ενεργούν δικαστικά και να επισπεύδουν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης για λογαριασμό των δικαιούχων των απαιτήσεων.

Η απόφαση αυτή, ωστόσο, δεν απάλλαξε τους servicers από τις υποχρεώσεις διαφάνειας, καλής πίστης και συμμόρφωσης προς το εποπτικό πλαίσιο.

Αντίθετα, η αναγνώριση της ενεργητικής νομιμοποίησής τους συνοδεύεται από αυξημένες υποχρεώσεις λογοδοσίας έναντι των δανειοληπτών και των εποπτικών αρχών.

Οι αρχές της καλής πίστης και της διαφάνειας στη νομολογία
Η ελληνική νομολογία δέχεται διαχρονικά ότι ακόμη και η άσκηση νόμιμου δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς:
    • του άρθρου 281 ΑΚ (απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος),
    • του άρθρου 288 ΑΚ (υποχρέωση εκπλήρωσης σύμφωνα με την καλή πίστη),
    • του άρθρου 200 ΑΚ (ερμηνεία σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη).

Ο Άρειος Πάγος έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αποτελούν κανόνες που δεσμεύουν όλους τους συναλλασσομένους και ιδίως τους επαγγελματίες της χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Για τον λόγο αυτό:
    • η αδικαιολόγητη άρνηση παροχής στοιχείων στον οφειλέτη,
    • η αδιαφανής διαμόρφωση του ύψους της οφειλής,
    • η δημιουργία σύγχυσης ως προς τις πραγματικές απαιτήσεις,
    • η άσκηση δυσανάλογης πίεσης προς επίτευξη συμβιβασμού,
είναι δυνατόν να αξιολογηθούν όχι μόνο εποπτικά αλλά και δικαστικά ως συμπεριφορές αντίθετες προς την καλή πίστη.

Η σημασία της συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες εταιρεία διαχείρισης προβαίνει σε ενέργειες παρά την ύπαρξη δικαστικής απόφασης αναστολής ή άλλου προστατευτικού μέτρου υπέρ του δανειολήπτη.

Στο ελληνικό δίκαιο η δικαστική απόφαση παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα για τους διαδίκους από τη στιγμή που περιέρχεται νομίμως σε γνώση τους.

Επομένως, όταν εταιρεία διαχείρισης:
    • έχει λάβει γνώση απόφασης αναστολής,
    • έχει λάβει γνώση προσωρινής διαταγής,
    • έχει ενημερωθεί για διαταγή δικαστικής προστασίας,

οφείλει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά της στο περιεχόμενο της απόφασης και να απέχει από ενέργειες που έρχονται σε αντίθεση με αυτή.

Η αντίθετη συμπεριφορά δύναται να αποτελέσει όχι μόνο λόγο δικαστικής προστασίας αλλά και αντικείμενο εποπτικού ελέγχου από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Γιατί η καταγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος έχει πρακτική αξία

Πολλοί δανειολήπτες θεωρούν ότι η καταγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος είναι μία διαδικασία χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η αντίληψη αυτή δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα.

Η υποβολή τεκμηριωμένης καταγγελίας:
    1. Υποχρεώνει τον servicer να δώσει εξηγήσεις στην εποπτική αρχή.
    2. Δημιουργεί επίσημο διοικητικό αρχείο για τις καταγγελλόμενες παραβάσεις.
    3. Μπορεί να αποκαλύψει αντιφάσεις ή ανακρίβειες στις θέσεις της εταιρείας.
    4. Παράγει πολύτιμο αποδεικτικό υλικό για μελλοντική δικαστική χρήση.
    5. Δύναται να οδηγήσει σε εποπτικές συστάσεις ή κυρώσεις.
    6. Ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση του δανειολήπτη κατά τη διαδικασία ρύθμισης.

Πρακτικές συμβουλές προς τους δανειολήπτες
Πριν από την υποβολή καταγγελίας συνιστάται να συλλέγονται:
    • όλες οι βεβαιώσεις οφειλής,
    • αναλυτικές καρτέλες δανείου,
    • επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα,
    • εξώδικες δηλώσεις,
    • προτάσεις ρύθμισης,
    • δικαστικές αποφάσεις,
    • εκθέσεις επίδοσης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι περιπτώσεις όπου:
    • το ύψος της οφειλής μεταβάλλεται σημαντικά χωρίς επαρκή εξήγηση,
    • ο servicer αρνείται να αιτιολογήσει τον υπολογισμό της απαίτησης,
    • δεν τηρείται ο Κώδικας Δεοντολογίας,
    • αγνοούνται δικαστικές αποφάσεις ή προσωρινές διαταγές.

Σε τέτοιες περιπτώσεις η καταγγελία προς την Τράπεζα της Ελλάδος δεν αποτελεί απλώς ένα διοικητικό παράπονο, αλλά ένα ουσιαστικό εργαλείο προστασίας του δανειολήπτη και ενίσχυσης της θέσης του έναντι των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.

Συμπέρασμα
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δεν λειτουργούν εκτός εποπτικού πλαισίου. Υπόκεινται στον Ν. 4354/2015, στον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, στη νομοθεσία προστασίας καταναλωτή και στον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος. Όταν ο δανειολήπτης διαπιστώνει αδιαφανή διαμόρφωση οφειλών, μη τήρηση των διαδικασιών του Κώδικα Δεοντολογίας ή άλλες καταχρηστικές πρακτικές, η υποβολή τεκμηριωμένης καταγγελίας στην Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί ένα σημαντικό και συχνά υποτιμημένο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του.
 
 
 

Recent Posts

See All
Μεγάλη διαγραφή οφειλών και ρύθμιση υπολοίπου από το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσσηνίας σε συνταξιούχο οφειλέτη

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσσηνίας-Έδρα Καλαμάτας με την έκδοση της υπ΄ αριθμ. 491/2025 απόφασής του, διέγραψε οφειλές συνταξιούχου οφειλέτη συνολικού ύψους 224.910,15 ευρώ, ορίζοντας καταβολές ύψους

 
 
 
Απόρριψη έφεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων σε βάρος οφειλέτη του Ν.3869/2010 από το Πρωτοδικείο Πατρών

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την υπ΄ αριθμ. 182/2025 απόφαση του, δικάζοντας ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε έφεση που άσκησε το Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων κατά απόφαση του Ειρηνοδικε

 
 
 

Comments


bottom of page